(Πρόταση διδασκαλίας)
Κείμενο 1: Μαρτυρία ενός Έλληνα Εβραίου από τη Θεσσαλονίκη που επέζησε από το Άουσβιτς
«Μετά την άφιξή μας στο στρατόπεδο και την εξαφάνιση της γυναίκας μου και των γονιών μου, η μουσική ήταν αυτή που βοήθησε να μη βουλιάξω στην απελπισία. Γιατί ένας άνθρωπος απελπισμένος είναι ήδη ένας άνθρωπος νεκρός. Η μουσική μου επέτρεψε να υποφέρω το ανυπόφορο, αυτή την ανείπωτη φρίκη που ένιωσα από την πρώτη κιόλας στιγμή που μπήκα στο στρατόπεδο και έμαθα για την τύχη των δικών μου. Τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς μου είχαν χαθεί [...]. Τότε, παρά τον πόνο που αισθανόμουνα, κατάφερνα να διατηρήσω το ηθικό μου, κι αυτό χάρη στη μουσική. Μου είχαν πάρει το βιολί μου, όμως μου είχαν δώσει σχεδόν αμέσως ένα άλλο. Εκείνη την πρώτη μέρα, ήταν σαν να είχα δεχτεί ένα χτύπημα στο κεφάλι. Όμως, ακόμη και σ' εκείνη την κατάσταση, μου ζήτησαν να παίξω μουσική. Και έπαιξα. Το πρώτο αίσθημα απελπισίας που με είχε πλημμυρίσει μεταμορφώθηκε σε αίσθημα ελπίδας χάρη στα προφητικά εκείνα λόγια του Blockaster, το πρώτο βράδυ που έφτασα στο μπλοκ: "Ελπίζω ότι δε θα πεθάνεις εδώ μέσα"».
Ιάκωβος Στρούμσα, Διάλεξα τη ζωή. Από τη Θεσσαλονίκη στο Αουσβιτς, Ίδρυμα ΕΤΣ ΑΧΑΪΜ/εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 55-56
Από το σχολικό βιβλίο της Ιστορίας Γ' ΓΕΛ (Γενικής Παιδείας)
Κείμενο 2: Ιάκωβος Καμπανέλλης, Μαουτχάουζεν (Η κατάσταση στα στρατόπεδα λίγο πριν την πτώση του ναζισμού)
Εισαγωγικό σημείωμα από τον πρόλογο του εκδότη (Κέδρος, 1981): «Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε και μόνο τώρα νιώθω σε θέση να θίξω και να καταγράψω το μέρος αυτό της ζωής μου και της ζωής τόσων άλλων. Σήμερα, που βλέπω τη ʺσυνάντηση του παρελθόντοςʺ με το ʺπαρόνʺ, ξεκαθαρίζουν στη σκέψη μου γεγονότα που δεν είχα καταλάβει. Ίσως να τα κατάλαβα τώρα...». Αυτά γράφει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης για το βιβλίο του. Το βιβλίο είναι μια αληθινή ιστορία. Μαουτχάουζεν ήταν ένα στρατόπεδο συγκεντρώσεως των Ες‐Ες, στην Αυστρία, στη διάρκεια του πολέμου. Στο μακρύ κατάλογο των κρατουμένων ήταν γραμμένος κι ο Καμπανέλλης.Έζησε τη φρίκη της ναζιστικής θηριωδίας που αφηγείται εδώ με δραματικό και συναρπαστικό τρόπο.
Ήταν Απρίλης. Κι ήταν χίλια εννιακόσα σαράντα πέντε. Είχαμε αρχίσει να το ξέρουμε πως ο πόλεμος πάει να τελειώσει... Τα σημάδια ήταν πολλά. Τα μεγάφωνα που ήταν μέσα στις παράγκες για ν'ακούμε τ' ανακοινωθέντα της Βέρμαχτ και τους λόγους του Χίτλερ είχαν από καιρό βουβαθεί.
Κάθε μέρα ο ουρανός έτριζε από εκατοσταριές αμερικάνικα βομβαρδιστικά που έρχονταν απ' τη μεριά της Γαλλίας. Ένα απόγεμα μετρήσαμε πάνω από χίλια. Οι Ες‐Ες έβγαιναν απ' τις παράγκες τους και τα κυνηγούσαν με βλαστήμιες. Ύστερα ανάβανε τσιγάρα, αρχίζανε τα καλαμπούρια, ώσπου να τους πιάσει υστερία από τα γέλια.
Ο ούντερσαφ φύρερ Λέεμπ, γραμματέας στην Πολιτική Διεύθυνση, έκλεβε φαΐ απ' την κουζίνα των αξιωματικών και μας το μοίραζε για να μας αποδείξει πόσο πονόψυχος είναι.
Οι Ες‐Ες έδεσαν έναν Πολωνό αγκαλιά με τέσσερις πεθαμένους και τον άφησαν έτσι τέσσερις μέρες στην απομόνωση. Όταν την πέμπτη μέρα βγήκε, γύριζε από παράγκα σε παράγκα κι έλεγε πως οι πεθαμένοι του είπαν ότι «ο Στάλιν θα 'ρθει το Μάη».
Τις νύχτες βλέπαμε λάμψεις χαμηλά στον ορίζοντα. Νύχτα με τη νύχτα οι λάμψεις έρχονταν πιο κοντά στο στρατόπεδο. Ένας Ες‐Ες με φώναξε να του ξελασπώσω με το σκούφο μου τις μπότες που φορούσε. Ύστερα με διάταξε να τις παστρέψω με τη γλώσσα μου. Ένας φίλος του τον πλησίασε και πιάσανε ψιλή ψιθυριστή κουβέντα. Τον άκουσα να λέει πως οι δικοί τους «έρχονται για μέσα».
Στο δάσος που κύκλωνε το στρατόπεδο οι μελλοθάνατοι πριν εκτελεστούν ανοίγανε τους λάκκους τους. Σ' ένα λάκκο, το χώμα που σωριάζανε στο πλάι ξανακύλησε τρεις φορές μέσα, έτσι σαν ένα θεόρατο αόρατο φτυάρι να το 'σπρωχνε.
Ο Ες‐Ες που επόπτευε, χλώμιασε, πήγε και το ανάφερε στο διοικητή. Τον σκοτώσανε στο διάδρομο του Διοικητηρίου με την κατηγορία «ηττοπαθής».
Την τελευταία βδομάδα του Απρίλη είδαμε σωρούς χαρτιά να καίγονται κοντά στη μεριά που ήταν τα εργαστήρια. Καίγανε τα αρχεία. Εξαφανίζανε τους κατάλογους των ντουφεκισμένων, των κρεμασμένων, των σκασμένων με γκάζι, των πνιγμένων στο Γαλάζιο Δούναβη, των φαγωμένων από σκυλιά, των ξεπνοϊσμένων από βασανιστήρια. Ο Ρώσος ταγματάρχης Πιρόγκωφ σαν είδε τις φωτιές είπε: «Τους καίνε για δεύτερη φορά».
Κείμενο 3: Ποίημα του Ι. Καμπανέλλη, Ο Αντώνης σε μελοποίηση Μ. Θεοδωράκη
Ακολουθήστε το σύνδεσμο για να ακούσετε το τραγούδι. Τι σκέψεις και συναισθήματα σας προκαλεί;
Κείμενο 4: Χάνα Άρεντ, Οι απαρχές του Ολοκληρωτισμού (διασκευασμένο απόσπασμα)
Ο δυτικός κόσμος, έως σήμερα, ακόμη και στις πιο σκοτεινές του περιόδους, αναγνώριζε στον σκοτωμένο εχθρό το δικαίωμα να μνημονεύεται, ως μια αυτονόητη αναγνώριση του γεγονότος ότι είμαστε όλοι άνθρωποι (και μόνο άνθρωποι). Ακόμη και ο Αχιλλέας παρέδωσε τον Έκτορα για κηδεία.
Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, καθιστώντας τον ίδιο τον θάνατο ανώνυμο (καθιστώντας αδύνατο να διαπιστωθεί αν ένας κρατούμενος είναι νεκρός ή ζωντανός), στέρησαν από τον θάνατο το νόημά του ως το τέλος μιας ολοκληρωμένης ζωής. Κατά μία έννοια, αφαίρεσαν από το άτομο ακόμη και τον ίδιο του τον θάνατο, αποδεικνύοντας ότι στο εξής τίποτε δεν του ανήκε και ότι δεν ανήκε σε κανέναν. Ο θάνατός του απλώς επικύρωνε το γεγονός ότι δεν είχε ποτέ πραγματικά υπάρξει.
Αυτή η επίθεση συνεχίζεται και στην ηθική υπόσταση του ανθρώπου. Επίθεση στη συνείδηση που λέει ότι είναι καλύτερο να πεθάνει κανείς ως θύμα παρά να ζήσει ως γραφειοκράτης του φόνου. Ο ολοκληρωτικός τρόμος πέτυχε το πιο τρομερό του επίτευγμα όταν κατάφερε να αποκόψει την ηθική προσωπικότητα από την ατομική διέξοδο και να κάνει τις αποφάσεις της συνείδησης απόλυτα αμφίβολες και ασαφείς.
Όταν ένας άνθρωπος αντιμετωπίζει την επιλογή να προδώσει και έτσι να δολοφονήσει τους φίλους του ή να στείλει τη γυναίκα και τα παιδιά του, για τα οποία είναι πλήρως υπεύθυνος, στον θάνατο (όταν ακόμη και η αυτοκτονία θα σήμαινε τη άμεση δολοφονία της δικής του οικογένειας) πώς μπορεί να αποφασίσει; Η εναλλακτική δεν είναι πλέον μεταξύ καλού και κακού, αλλά μεταξύ φόνου και φόνου.
Μέσω της δημιουργίας συνθηκών υπό τις οποίες η συνείδηση παύει να είναι ικανή και το να πράξει κανείς το καλό γίνεται απόλυτα αδύνατο, η συνειδητά οργανωμένη συνέργεια όλων των ανθρώπων στα εγκλήματα των ολοκληρωτικών καθεστώτων επεκτείνεται και στα θύματα καθιστώντας την πραγματικά ολοκληρωτική.
Οι SS συμπεριέλαβαν τους κρατούμενους των στρατοπέδων συγκέντρωσης (εγκληματίες, πολιτικούς κρατούμενους, Εβραίους) στα εγκλήματά τους, κάνοντάς τους υπεύθυνους για μεγάλο μέρος της διοίκησης, αντιμετωπίζοντάς τους με το απελπιστικό δίλημμα να στείλουν τους φίλους τους στον θάνατο ή να βοηθήσουν να δολοφονηθούν άλλοι άνθρωποι που τυχαίνει να είναι ξένοι και αναγκάζοντάς τους σε κάθε περίπτωση να συμπεριφέρονται σαν δολοφόνοι.
Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα εγκαθιδρύουν έναν λειτουργικό κόσμο παραλόγου. Άλλωστε, είναι ακριβώς η περιφρόνηση της πραγματικότητας που καθιστά δυνατή την αλλαγή του κόσμου, την οικοδόμηση του ανθρώπινου τεχνητού κόσμου. Αυτό στο οποίο αποσκοπούν, επομένως, οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες δεν είναι ο μετασχηματισμός του εξωτερικού κόσμου ή η επαναστατική μεταμόρφωση της κοινωνίας, αλλά ο ίδιος ο μετασχηματισμός της ανθρώπινης φύσης.
Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι τα εργαστήρια όπου δοκιμάζονται αλλαγές σε αυτήν. Ο πόνος, που πάντα υπήρξε σε υπερβολικό βαθμό πάνω στη γη, δεν είναι το ζήτημα. Ούτε είναι ζήτημα ο αριθμός των θυμάτων. Αυτό που διακυβεύεται είναι η ανθρώπινη φύση αυτή καθαυτή. Ακόμη κι αν φαίνεται ότι αυτά τα πειράματα δεν πετυχαίνουν να αλλάξουν τον άνθρωπο, πρέπει να έχουμε κατά νου τους αναγκαίους περιορισμούς ενός πειράματος.
Μέχρι σήμερα, η ολοκληρωτική πεποίθηση ότι «όλα είναι δυνατά» φαίνεται να έχει αποδείξει μόνο ότι όλα μπορούν να καταστραφούν. Ωστόσο, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν ότι όλα είναι δυνατά, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα ανακάλυψαν, χωρίς να το γνωρίζουν, ότι υπάρχουν εγκλήματα τα οποία οι άνθρωποι δεν μπορούν ούτε να τιμωρήσουν ούτε να συγχωρήσουν. Όταν το αδύνατο κατέστη δυνατό, μετατράπηκε στο ατιμώρητο, στο ασυγχώρητο απόλυτο κακό, το οποίο δεν μπορούσε πλέον να γίνει κατανοητό ούτε να εξηγηθεί.
Μπορούμε να πούμε ότι το ριζικό κακό έχει αναδυθεί σε συνάρτηση με ένα σύστημα στο οποίο όλοι οι άνθρωποι έχουν γίνει εξίσου περιττοί. Οι διαχειριστές αυτού του συστήματος πιστεύουν στην δική τους περιττότητα όσο και σε εκείνη όλων των άλλων. Οι δολοφόνοι στα ολοκληρωτικά συστήματα είναι ακόμη πιο επικίνδυνοι επειδή δεν τους νοιάζει αν είναι ζωντανοί ή νεκροί, αν υπήρξαν ποτέ ή αν δεν γεννήθηκαν ποτέ.
Hannah Arendt, The Origins of Totalitarianism, HARCOURT BRACE & COMPANY, San Diego/New York/London, p.p. 443-459.
Κείμενο 5: Η Γη ακόμα ζει / Ένας Γερμανός και μια Εβραία
Ακούστε το τραγούδι σε στίχους Σώτιας Τσώτου και μουσική Κώστα Χατζή και σχολιάστε τη συνάφειά του με το θέμα της παρούσας διδασκαλίας.
Στη συνέχεια, σχολιάστε το μήνυμα που θεωρείτε ότι επιδιώκει να επικοινωνήσει το παρακάτω τραγούδι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου