Τρία ποιήματα
1. Σκάκι (Χόρχε Λουίς Μπόρχες)
ΙΙ
Ασθενικός βασιλιάς, λοξός αξιωματικός, φρενιασμένη
βασίλισσα, πύργος ευθύς, πολυμήχανος στρατιώτης
απάνω στην ασπρόμαυρη πορεία
ψάχνει ο ένας τον άλλο και συγκρούονται σ’ επίμονη μάχη.
Δεν ξέρουν πως το σίγουρο χέρι
του παίχτη τους ρυθμίζει τη μοίρα,
δεν ξέρουν πως μια τρομαχτική νομοτέλεια
ελέγχει τις αποφάσεις και τη διαδρομή τους.
Αλλά κι ο ίδιος ο παίχτης είναι αιχμάλωτος
(η έκφραση είναι του Ομάρ) μιας άλλης σκακιέρας
με μαύρες νύχτες και άσπρες μέρες.
Ο Θεός κινάει τον παίχτη κι ο παίχτης τα πιόνια.
Μα άραγε ποιος Θεός, πίσω από το Θεό, κινάει το νήμα
της σκόνης και του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;
(Μτφρ Δημήτρης Καλοκύρης)
Πρωτότυπο κείμενο
Tenue rey, sesgo alfil, encarnizada
reina, torre directa y peón ladino
sobre lo negro y blanco del camino
buscan y libran su batalla armada.
No saben que la mano señalada
del jugador gobierna su destino,
no saben que un rigor adamantino
sujeta su albedrío y su jornada.
También el jugador es prisionero
(la sentencia es de Omar) de otro tablero
de negras noches y de blancos días.
Dios mueve al jugador, y éste, la pieza.
¿Qué Dios detrás de Dios la trama empieza
de polvo y tiempo y sueño y agonía?
2. Déjeuner du matin (Ζακ Πρεβέρ)
Έβαλε καφέ
στην κούπα
Έβαλε γάλα
στην κούπα με τον καφέ
Έβαλε ζάχαρη
μέσα στον καφέ με γάλα
Με το μικρό κουταλάκι
ανακάτεψε
Ήπιε τον καφέ με γάλα
Και άφησε την κούπα
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε
ένα τσιγάρο
έφτιαξε κύκλους
με τον καπνό
έριξε την στάχτη
στο τασάκι
χωρίς να μου μιλήσει
χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε
Έβαλε
το καπέλο του στο κεφάλι του
Έβαλε το αδιάβροχό του
γιατί έβρεχε
Και έφυγε
μέσα στην βροχή
χωρίς μιλιά
χωρίς να με κοιτάξει
Κι εγώ έπιασα το κεφάλι μου
μέσα στα δυο μου χέρια
Και έκλαψα.
(Μτφρ Φωτεινή Κατσίβα)
Πρωτότυπο κείμενο
Il a mis le café
Dans la tasse
Il a mis le lait
Dans la tasse de café
Il a mis le sucre
Dans le café au lait
Avec la petite cuiller
Il a tourné
Il a bu le café au lait
Et il a reposé la tasse
Sans me parler
Il a allumé
Une cigarette
Il a fait des ronds
Avec la fumée
Il a mis les cendres
Dans le cendrier
Sans me parler
Sans me regarder
Il s'est levé
Il a mis
Son chapeau sur sa tète
Il a mis
Son manteau de pluie
Parce qu'il pleuvait
Et il est parti
Sous la pluie
Sans une parole
Sans me regarder
Et moi j'ai pris
Ma tête dans ma main
Et j'ai pleuré.