Το Πολυτεχνείο ως σημείο αντίστασης στην ανελευθερία
Κείμενο 1 Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου 1973
Η εξέγερση του Πολυτεχνείου ήταν μαζική αντιδικτατορική συγκέντρωση διαμαρτυρίας απέναντι στη στρατιωτική κυβέρνηση των Απριλιανών, που έλαβε χώρα στην ελληνική επικράτεια μεταξύ 14 και 17 Νοεμβρίου του 1973. Η Ελλάδα βρισκόταν από τις 21 Απριλίου 1967 υπό τη διακυβέρνηση του στρατού, καθεστώς που είχε καταργήσει τις ατομικές ελευθερίες, είχε διαλύσει τα πολιτικά κόμματα και είχε εξορίσει, φυλακίσει και βασανίσει πολιτικούς και πολίτες με κριτήριο τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Η χούντα, στην προσπάθειά της να ελέγξει κάθε πλευρά της πολιτικής, είχε αναμιχθεί στον φοιτητικό συνδικαλισμό από το 1967, απαγορεύοντας τις φοιτητικές εκλογές στα πανεπιστήμια. Αυτή η ενέργεια δημιούργησε έντονα αντιδικτατορικά αισθήματα στους φοιτητές, όπως αυτόν της Γεωλογίας, Κώστα Γεωργάκη, ο οποίος αυτοπυρπολήθηκε δημόσια το 1970 στην Γένοβα της Ιταλίας σε ένδειξη διαμαρτυρίας.
Στις 14 Νοεμβρίου 1973 φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματα και ξεκίνησαν διαδηλώσεις, καθώς εξέδωσαν ψήφισμα, με το οποίο ζητούσαν την ανάκληση των αποφάσεων της Χούντας για τη διεξαγωγή των φοιτητικών εκλογών, εκδημοκρατισμό των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και αύξηση των δαπανών για την παιδεία στο 20% του προϋπολογισμού.
Οι φοιτητές οχυρώθηκαν μέσα στο κτίριο της σχολής επί της οδού Πατησίων και ξεκίνησαν τη λειτουργία του ανεξάρτητου ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου. Ο πομπός κατασκευάστηκε μέσα σε λίγες ώρες στα εργαστήρια της σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών από τον Γιώργο Κυρλάκη. Το, πλέον ιστορικό, μήνυμά τους ήταν: «Εδώ Πολυτεχνείο! Λαέ της Ελλάδας το Πολυτεχνείο είναι σημαιοφόρος του αγώνα μας, του αγώνα σας, του κοινού αγώνα μας ενάντια στη δικτατορία και για την Δημοκρατία».
Την 16η Νοεμβρίου στο Πολυτεχνείο κατευθύνθηκαν πλήθη κόσμου αρχικά κατά μόνας και έπειτα συντεταγμένα, όπως μαθητές Γυμνασίων και τεχνικών και επαγγελματικών σχολών καθώς και μια ομάδα αγροτών από τα Μέγαρα, για να στηρίξουν την εξέγερση των φοιτητών. Καθώς ο κόσμος συνέρρεε προς το Πολυτεχνείο, ξεκίνησε διαδήλωση 2-3 χιλιάδων που βάδισε στις 6 το απόγευμα στη Σταδίου με κατεύθυνση προς το Σύνταγμα, αλλά συγκρούστηκε σφοδρά με την αστυνομία στην πλατεία Κλαυθμώνος και διαλύθηκε, με αποτέλεσμα τραυματισμούς εργαζομένων και μαθητών τεχνικών σχολών και την πυροδότηση μιας φημολογίας για νεκρούς εργάτες.
Στις 3 π.μ. της 17ης Νοεμβρίου, και ενώ οι διαπραγματεύσεις για ασφαλή αποχώρηση των φοιτητών από το χώρο του Πολυτεχνείου βρίσκονταν σε εξέλιξη, αποφασίστηκε από τη μεταβατική κυβέρνηση η επέμβαση του στρατού και ένα από τα τρία άρματα που είχαν παραταχθεί έξω από τη σχολή, γκρέμισε την κεντρική πύλη. Κατά την είσοδο του άρματος, υποστηρίζεται, χωρίς να έχει αποδειχθεί, ότι συνεθλίβησαν 2–3 φοιτητές που βρίσκονταν πίσω από την πύλη (γεγονός «λίαν πιθανό αλλά ανεπιβεβαίωτο» σύμφωνα με το πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά). Επίσης, από τα συντρίμμια τραυματίστηκε σοβαρά, με συντριπτικά κατάγματα στα πόδια, η φοιτήτρια Πέπη Ρηγοπούλου. Ο σταθμός του Πολυτεχνείου έκανε εκκλήσεις στους στρατιώτες να αψηφήσουν τις εντολές των ανωτέρων τους και στη συνέχεια ο εκφωνητής απήγγειλε τον Ελληνικό Εθνικό Ύμνο. Η μετάδοση συνεχίστηκε ακόμα και μετά την είσοδο του άρματος στον χώρο της σχολής. Οι φοιτητές που είχαν παραμείνει στο Πολυτεχνείο, μαζεύτηκαν στο κεντρικό προαύλιο, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο. Η πτώση της πύλης ακολουθήθηκε από την είσοδο μιας μονάδας ενόπλων στρατιωτών των ΛΟΚ που οδήγησαν τους φοιτητές, χωρίς βία, έξω από το Πολυτεχνείο, μέσω της πύλης της οδού Στουρνάρη. Οι αστυνομικές δυνάμεις που περίμεναν στα δυο πεζοδρόμια της Στουρνάρη επιτέθηκαν στους φοιτητές, την έξοδο των οποίων αποφασίζουν (σύμφωνα και με το πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά) να περιφρουρήσουν κάποιοι από τους στρατιώτες, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις επενέβησαν και εναντίον των αστυνομικών που βιαιοπραγούσαν στους φοιτητές. Πολλοί φοιτητές βρήκαν καταφύγιο σε γειτονικές πολυκατοικίες. Ελεύθεροι σκοπευτές της αστυνομίας άνοιξαν πυρ από γειτονικές ταράτσες, ενώ άνδρες της ΚΥΠ καταδίωξαν τους εξεγερθέντες. Οι εκφωνητές του σταθμού του Πολυτεχνείου παρέμειναν στο πόστο τους και συνέχισαν να εκπέμπουν για 40 λεπτά μετά την έξοδο, οπότε και συνελήφθησαν.
διασκευασμένο κείμενο, Βικιπαίδεια
Κείμενο 2 Η μαρτυρία της Μέλπως Λεκατσά
Η Μέλπω Λεκατσά, υπεύθυνη του φαρμακείου του Πολυτεχνείου κατά την κατάληψη του 1973, περιγράφει στο στούντιο του ΕΡΤnews τις συνθήκες αντίστασης και φόβου κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, τις δύσκολες συνθήκες κράτησης, τον φόβο αλλά και τη δύναμη της ψυχραιμίας που χρειάστηκε για να αντέξει τρεισήμισι μήνες στο Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα-Ελληνική Στρατιωτική Αστυνομία.
Φοβόμουν. Και φοβόμουν πολύ, αλλά ούτως ή άλλως εμένα με κυνηγούσανε – ή θα έπεφτε η χούντα ή θα συνέχιζε να με κυνηγάει, οπότε ήταν μονόδρομος, η ζωή είναι μια διαρκής πορεία, από τον φόβο στο φως και το θάρρος και ξανά πάλι από την αρχή. Το Πολυτεχνείο χτίστηκε από ανθρώπους που ήθελαν να δουν το όραμά τους για μια ελεύθερη ζωή. Δεν περιμέναμε αυτό που θα γινόταν στη συνέχεια. Στις 17 Νοέμβρη ουδείς πίστευε ότι θα κτυπήσουν τα τανκς… Ο πρώτος νεκρός έρχεται 6:45 στο ιατρείο που είχαμε στήσει και ξαφνικά ακούμε πυροβολισμούς. Νομίζαμε ότι ήταν πλαστικές σφαίρες. Κανένας δεν πίστευε ότι είναι πραγματικές και χτυπάνε στο ψαχνό... Στη συνέχεια ήρθε η φυλάκιση για όσους συνέλαβαν. Δεν ξέραμε τι ήταν οι στρατιωτικές φυλακές... Οι συνθήκες της φυλάκισης σε τέτοιες περιόδους δεν είναι εύκολες. Θυμάμαι ότι είχα αρρωστήσει στη φυλακή και αντί για φάρμακα μου είχαν φέρει σοκολάτα, αλλά κράτησα το χαρτί της σοκολάτας. Μετά έκλεψα ένα στυλό από κάποια ανάκριση και έγραφα… Μόνο έτσι κατάφερα και κράτησα την ψυχραιμία μου συγκρατώντας το μυαλό μου. Στο κελί δεν ξέρεις αν είναι μέρα ή νύχτα ούτε πώς κυλάει ο χρόνος. Θα έχανα τα λογικά μου, αν δεν έγραφα...
διασκευασμένο κείμενο, https://www.ertnews.gr/dimosio-vima/arthrografia/polytexneio-tou-73-oi-sygklonistikes-stigmes-ton-proton-oron-tis-eksegersis-sto-ertnews-mesa-apo-tis-afigiseis-ton-protagoniston/
Κείμενο 3 Ζωρζ Σαρή, Τα γενέθλια, Κέδρος, Αθήνα 1989, σ. 86-90.
(απόσπασμα)
Το κλειδί έτριξε στην πόρτα. Ο Δημήτρης μπήκε. Ήταν χλωμός, απελπισμένος. Μόλις τον είδε έτσι, έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε.
—Τι έχεις;
—Θα σου πω. Ας καθίσουμε στο τραπέζι.
Όταν ο Δημήτρης πήρε την πετσέτα κι έκανε να την ξεδιπλώσει, είδε το γράμμα. Το 'πιασε στο χέρι του μα δεν τ' άνοιξε.
—Ας μιλήσουμε πρώτα. Ύστερα το διαβάζω.
Η Αλίκη κατάλαβε πως κάτι σοβαρό του συνέβαινε. Έτρεξε στην κουζίνα να φέρει το φαγητό. Ο Δημήτρης δεν πεινούσε, έσπρωξε το πιάτο του.
—Δε θα γίνω ποτέ καθηγητής κι ούτε θα ξανακάνω μάθημα στο Πανεπιστήμιο.
Πρόφερε τις λέξεις σαν δικαστής που απαγγέλλει την καταδικαστική απόφαση.
Η Αλίκη έκρυψε τα χέρια της κάτω από το τραπέζι για να μην τα δει ο Δημήτρης να τρέμουν.
—Μα τι έγινε;
—Σήμερα μίλησα ανοιχτά στους φοιτητές. Πιστεύω πως δε θα μου δινόταν άλλη ευκαιρία. Είναι σίγουρο πια πως θα γίνουν απολύσεις. Τουλάχιστο, σκέφτηκα, να προλάβω να μιλήσω λεύτερα για τελευταία φορά. Δε σου το είπα χτες κι ας το είχα αποφασίσει. Δεν ήθελα να σε στεναχωρήσω.
Η Αλίκη σωπαίνει. Τα λόγια είναι περιττά.
Ο Δημήτρης συνεχίζει:
—Πρέπει να φύγουμε το γρηγορότερο απ' αυτή την πόλη. Να πάμε στην Αθήνα. Θα ψάξω για δουλειά, ιδιαίτερα μαθήματα, κι εσύ ίσως τα καταφέρεις να πάρεις μετάθεση, τι λες;
Αυτές οι λέξεις-κεραυνός, μέσα σ' ένα δευτερόλεπτο, χτύπησαν, έκοψαν στα δυο μια συγυρισμένη κι όμορφη ζωή.
—Διάβασε το γράμμα της Άννας… Φάε κάτι.. ηρέμησε.. Θα τα συζητήσουμε αργότερα… Θα δούμε… Πού ξέρεις;
Ο Δημήτρης ανοίγει το γράμμα της Άννας. Το διαβάζει δυνατά, να τ' ακούσει και η Αλίκη. Ίσως η μικρή με τα παιδιάστικα λόγια της να βοηθήσει και τους δυο, τούτη τη στιγμή.
Διαβάζει:
Αγαπημένε μου νονέ,
πού είσαι; Γιατί δεν πατάς το μαγικό κουμπί; Εδώ στην Αθήνα όλα άλλαξαν. Ο Πέτρος έφυγε. Η Κατερίνα είναι φυλακή επειδή ήθελε να διώξει τη δικτατορία. Εγώ τ' άκουσα όλα. Ήμουνα πίσω από την πόρτα. Κρυφάκουγα, δεν πρέπει, το ξέρω, αλλά δεν μπορούσα. Άκουσα ό,τι έλεγαν ο μπαμπάς και η μαμά. Ο Μίκης είχε ντυθεί παπάς με γένια και μουστάκια. Όμως κάποιος κακός άνθρωπος τον πρόδωσε. Τον έπιασαν οι αστυνομικοί και τον πήγαν στο τμήμα. Μετά πήγαν και στο σπίτι της Κατερίνας. Τα έκαναν άνω κάτω. Έσκιζαν τα μαξιλάρια, πέταξαν κάτω το στρώμα κι έσπασαν όλους τους δίσκους. Ευτυχώς που δεν έψαξαν στο ταγάρι της, γιατί είχε μέσα κάτι χαρτιά που έγραφαν «κάτω ο Παπαδόπουλος». Έμαθα κι ένα σωρό άλλα πράγματα από το σχολείο. Η Μαργαρίτα όλο κλαίει κι ο Γιώργος κλαίει κι ο Πέτρος δεν ήθελε να πάει στο Παρίσι. Όμως ο Γιώργος φοβόταν πολύ. Ο Αντρέας είναι ο πιο καλός μου φίλος. Αυτός όμως όλο κλαίει επειδή ο μπαμπάς του και η μαμά του είναι στη Γυάρο. Δεν κλαίει μόνο, αλλά και βρίζει δυνατά και θα πάει να σκοτώσει τον Παττακό. Κι η κυρία Ξένου φοβάται, γιατί έχουμε στο σχολείο ένα παιδί που το λένε Ζήση και μπορεί ο πατέρας του να κλείσει το σχολείο επειδή είναι αστυνομικός. Ο Πέτρος όταν ήρθε εδώ για τελευταία φορά μου άφησε όλα τα παιγνίδια του. Και η Λενιώ φοβόταν μην τους πιάσουν στο αεροδρόμιο. Όμως έφυγαν και δε θα ξαναδώ τον Πετράκη. Ξέχασα να σου πω για την Κατερίνα. Την έχουν ρίξει μέσα σ' ένα υπόγειο με ποντίκια χωρίς νερό και ψωμί. Δεν αφήνουν τη μητέρα της να πάει να τη δει. Τη ρίχνουν στο πεζοδρόμιο κι αυτή φωνάζει: «Θέλω να δω το παιδί μου. Δολοφόνοι.» Το λέει και το ραδιόφωνο πως βασανίζεται η Κατερίνα. Το ακούει ο μπαμπάς και η μαμά αργά το βράδυ. Η μαμά είναι στεναχωρημένη και ο μπαμπάς δεν λέει πια αστεία, δεν γελάει. Λοιπόν, νονέ μου, αυτή η δικτατορία τ' άλλαξε όλα. Ο Γιάννης δεν ξέρουμε πού πήγε. Η Μαρίκα δε μας λέει. Αχ, νονέ μου, πόσο μακριά είσαι, γιατί δεν έρχεσαι στην Αθήνα; Στο γράφω κρυφά, τώρα πια ξέρω να κολλάω τα γραμματόσημα. Δεν έχω ανάγκη τον Παύλο που μου λέει όλο σώπα σώπα. Τώρα θα πάω να ρίξω το γράμμα στο κουτί. Η μαμά λέει πως αν σκοτώσουν την Κατερίνα, πάει η Ελλάδα, θα ξαναρχίσει τα ίδια. Σε φιλώ πολύ, νονέ μου, με το καλό να ξανάρθεις να ξαναπατήσει το μαγικό κουμπί και να γίνουν όλα καλά. Η Τόκο-τα δε μιλάει και γι' αυτό δεν έχω με ποιον να μιλήσω.
Η Άννα σου
Το γράμμα τέλειωσε. Και οι δυο σωπαίνουν. Τι να πούνε; Οι ανάκατες φράσεις της Άννας τα λένε όλα. Ο Δημήτρης έχει δίκιο, η Αλίκη δεν πρέπει να ελπίζει. Νιώθει την απειλή να πλησιάζει. Σε λίγο θα τους αγγίξει. Αχ, και να μπορούσε ο Δημήτρης να πατήσει το μαγικό κουμπί του, να γίνονταν όλα σαν και πρώτα.
Χτύπησε το κουδούνι.
—Θα 'ναι η θυρωρός, είπε η Αλίκη. Της παράγγειλα να' ρθει για τα πιάτα και την κουζίνα. Άσε, θα πάω ν' ανοίξω.
«Αν χάσει τη δουλειά του ο Δημήτρης, είναι πολυτέλεια να πλένει άλλος τα πιάτα και να μου καθαρίζει το σπίτι», πρόλαβε να σκεφτεί.
Στο άνοιγμα της πόρτας στέκονταν δυο άγνωστοι.
Ξαφνιάστηκε.
—Τι θέλετε; τους ρώτησε.
Της απάντησε ο ένας που ήταν καλοντυμένος και ψηλός:
—Τον κύριο Μαλέρη.
—Τι τον θέλετε;
—Ερχόμαστε από την Ασφάλεια.
—Δεν είναι εδώ, βιάστηκε ν' απαντήσει κι έκανε να κλείσει την πόρτα.
Ο άλλος, ένας μαυριδερός, ασουλούπωτος, έβαλε το πόδι του.
—Εδώ είναι, τον είδαμε που μπήκε.
Ο Δημήτρης παρουσιάστηκε.
—Τι ζητάτε;
—Είμαστε από την Ασφάλεια, του είπε ο ψηλός ευγενικά.
—Τα χαρτιά σας, παρακαλώ.
Ο μαυριδερός γέλασε.
—Δε χρειάζονται χαρτιά. Διαταγή. Είστε υπό κατ' οίκον περιορισμόν.
Και η πόρτα έκλεισε.
Κείμενο 4
Τάκης Σινόπουλος, "Ο καιόμενος", από την συλλογή Μεταίχμιο Β' (1957)
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ' αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου